Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει



Διαβάζοντας το μεταφρασμένο κείμενο της συμφωνίας μεταξύ των δανειστών και της κυβέρνησης στο Eurogroup, όπως κυκλοφόρησε στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, μου ήρθε στο μυαλό η τέταρτη πράξη από το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ: “Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της”.


(Τα συμπεράσματα από την ανάγνωση του κειμένου, με τα σχετικά σχόλια, μετά την Δευτέρα. Δηλαδή, όταν παρουσιάσει η κυβέρνηση την πρώτη λίστα των μεταρρυθμίσεων, όπως άλλωστε αναφέρεται στο κείμενο, που θα είναι αποκαλυπτική ως προ το τι συμφωνήθηκε, και αφού κατακαθίσει ο αχός.)


Η τέταρτη πράξη του έργου διαδραματίζεται μπροστά στη σκηνή του ίλαρχου, όπου περιμένει η Μάνα Κουράγιο για να εκφράσει τα παράπονα της για το πρόστιμο που της επέβαλαν, όταν στρατιώτες σε έρευνα για κάποιο πρόσωπο που αναζητούσαν προκάλεσαν ζημιές στον αραμπά της, που ήταν το κινητό κατάστημα της, αλλά και στην πραμάτεια της.

Είναι αποφασισμένη να παραπονεθεί γιατί, όπως λέει, θα πιστέψουν όλοι ό,τι δεν έχει καθαρή τη συνείδηση της. Η Μάνα Κουράγιο, είναι γυρολόγος και ακολουθεί το στρατό στην εκστρατεία του, παρέχοντας στους στρατιώτες είδη πρώτης ανάγκης και φαγητό. Είναι αδιανόητο να δρα σε βάρος των στόχων του στρατού.  


Ο Γραφιάς, που είναι στην υπηρεσία του ίλαρχου, την συμβουλεύει για το καλό της, και για να συνεχίσει να εμπορεύεται με το στρατό, να πληρώσει το πρόστιμο. Αδιάφορα αν έχει ή δεν έχει καθαρή τη συνείδηση της. Η Μάνα Κουράγιο όμως επιμένει να παραπονεθεί.

Στη σκηνή εμφανίζεται ένας Στρατιώτης, νέος σε ηλικία, σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας και απειλώντας να γδάρει τον ίλαρχο γιατί δεν τούδωσε τα χρήματα που του υποσχέθηκε ο Συνταγματάρχης, όταν έσωσε το άλογό του από πνιγμό στο ποτάμι.

Ξωπίσω του έρχεται ένα άλλος Στρατιώτης, γέροντας, προσπαθώντας να τον ηρεμίσει, να τον φρονιμέψει. Ο νεαρός Στρατιώτης αποκαλεί τους υπόλοιπους χέστες και τον εαυτό του παλληκάρι γιατί ζητάει αυτό που του ανήκει.

Η Μάνα Κουράγιο απευθύνεται στο παλικάρι και του λέει, μην χαραμίζεις τη φωνή σου, θα σου χρειαστεί όταν έρθει ο ίλαρχος, τέτοιοι φωνακλάδες σαν και του λόγους σου δεν αντέχουν πολύ, μισή ωρίτσα, σαν έρθει ο ίλαρχος θα στέκεσαι μπροστά του χωρίς να μπορείς να βγάλεις άχνα, κι αν σου πούνε και κανένα τραγουδάκι θα σε πάρει ο ύπνος.

Μα ο νεαρός Στρατιώτης επιμένει να γδάρει τον ίλαρχο γιατί εκείνος μεθοκοπάει με τα δικά του λεφτά ενώ αυτός πεθαίνει απ’ την πείνα.

Πεινάς, του λέει η Μάνα Κουράγιο, σε καταλαβαίνω, που σου ανάβουν τα αίματα, πέρσι ο Στρατηγός σας έβαλε να περάσετε μέσα απ’ τα χωράφια τσαλαπατώντας το στάρι γιατί πίστευε πως φέτος τέτοια εποχή δεν θα βρίσκεται εδώ, έλα όμως που είναι ακόμα εδώ και η πείνα είναι μεγάλη!

Κόφτο, της λέει ο νεαρός Στρατιώτης, κι ό,τι αυτός την αδικία δεν τη σηκώνει.

Δίκιο έχεις, του απαντά η Μάνα Κουράγιο, όμως για πόσο καιρό δεν θα τη σηκώνεις την αδικία; Στο φαί είναι το μεγάλο βάσανο, σαν θ’ ανακαλύψεις πως τη σηκώνεις την αδικία.

Οργισμένος ο νεαρός Στρατιώτης της απαντάει πως δεν πρόκειται να ακούσει άλλη κουβέντα της.

Μα η Μάνα Κουράγιο του λέει, κι όμως, κάθεσαι και μ’ ακούς γιατί καταλαβαίνεις αυτά που σου λέω, ήταν λιγόπνοη η οργή σου και σου χρειάζεται θέληση μεγάλη, και που να τη βρεις.

Τι θες να πεις, της απαντάει ο νεαρός Στρατιώτης, δεν αξίζω τα λεφτά που μου ‘ταξε ο Συνταγματάρχης;

Ίσα-ίσα, του λέει η Μάνα Κουράγιο, τα αξίζεις, αυτό που λέω είναι ό,τι η θέληση σου δεν είναι αρκετά μεγάλη, δεν θα καταφέρεις τίποτε, μόνο λόγια είσαι, αν έβλεπα πως το έχεις θα σου έλεγα, “γδάρτο το σκυλί”, τι γίνεται όμως αν δεν το γδάρεις; Σε βλέπω να χώνεις την ουρά στα σκέλια σου.

Τη στιγμή εκείνη βγαίνει απ’ τη σκηνή του ίλαρχου ο Γραφιάς και αναγγέλλει τον ερχομό του ίλαρχου λέγοντας: “Καθίστε, ο κύριος ίλαρχος έρχεται”.

Ο νεαρός Στρατιώτης ακούγοντας την προσταγή κάθεται.

Τα βλέπεις; Του λέει η Μάνα Κουράγιο, έκατσες κιόλας. Μας ξέρουν κι απ’ την καλή, μας ξέρουν κι απ’ την ανάποδη. Καθίστε μας λένε και καθόμαστε. Καθιστός όμως, πως μπορείς να σηκώσεις κεφάλι; Το θάρρος μας ήταν το πρώτο πράγμα που ξεπουλήσαμε σε δαύτους. Αν τολμήσω να σηκώσω κεφάλι θα κάνω κακό στη δουλειά μου, του λέει, και αρχίζει να τραγουδάει το τραγούδι της μεγάλης συνθηκολόγησης.

Στης νιότης μου πάνω την τρέλα
Πίστευα πως είμαι σπάνια κοπέλα
…………………….…………………………….
Όλα ή τίποτα. Ο πρώτος τυχόντας δεν κάνει για μένα.
Ο καθένας μόνος του την τύχη αλέθει.
Κανένας δεν θα μου κάνει το δάσκαλο.
…………………………………………………..
Πριν ακόμα βγει ο χειμώνας έμαθα να πίνω το φαρμάκι
…………………………………………………….
Και σαν είδαν ό,τι βούλωσα το στόμα
Μούδωσαν και μένα μια μπουκιά ψωμί
Πρέπει νάσαι βολικός με τους ανθρώπους
Τόνα χέρι νίβει τα’ άλλο
Στο τέλος θα φας το κεφάλι σου
……………………………….……………………
Ο τολμηρός πάντα τα καταφέρνει
Το καλό το παλληκάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι
Έννοια σου και θα τα βγάλουμε πέρα

Μα σαν είδαν να τους παίρνει άδικα ο χάρος
Είπαν πως κανείς στο ρέμα κόντρα δεν κυλά
Πρέπει ν’ απλώνεις τα πόδια ανάλογα με το στρώμα σου

Όμως η φωνή, αχ, τραγουδεί
Σ’ ένα δυο χρόνια το πολύ
Κι αυτοί θα μπουν στο χορό
Και θα χορέψουν στο ταψί
Αχ, θα σου πουν: Σκληρές του θεού οι βουλές!
Πρώτα η πίστη
Εμένα μου λες.

Τελειώνοντας το τραγούδι της η Μάνα Κουράγιο στρέφεται στον νεαρό Στρατιώτη και του λέει: Αν πραγματικά σε νοιάζει το δίκιο, γιατί παραδέχομαι πως είναι με το μέρος σου, κι αν η θέληση σου είναι μεγάλη, να σταθείς εδώ με γυμνό το σπαθί σου, αλλιώς, κάλλιο να του δίνεις.

Και ο νεαρός Στρατιώτης της λέει: Μωρέ, άει παράτα μας, και σηκώνεται και φεύγει.

Απ’ τη σκηνή του ίλαρχου ξαναπροβάλλει ο Γραφιάς και γνέφει στη Μάνα Κουράγιο να περάσει στη σκηνή, έλα της λέει, μπορείς να παραπονεθείς.

Μα η Μάνα Κουράγιο σηκώνεται και φεύγει, το σκέφτηκα άλλη μια φορά, του λέει, δεν θα παραπονεθώ.


Υ.γ.  Είναι ανάγκη να συμφωνήσω μ' αυτό που είπε ο Κρούγκμαν. Να βαφτίσω το ψάρι, κρέας. Θα είναι ήττα μόνον αν την αποδεχτούμε ως τέτοια”.  Το αποδέχομαι. Γιατί κάπως έτσι μυρίζει. Αν, δηλαδή, δεν το αποδεχτούμε θα σημαίνει πως δεν πρόκειται για ήττα; Αναμένοντας τη λίστα των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων, περίμενα περισσότερα απ' την κυβέρνηση μας. 

Το ακούτε εσείς κύριοι; Περίμενα περισσότερα από σας.   


1 σχόλιο:

  1. Καταρχήν να σου πω ότι δεν ήξερα το έργο αυτό του Μπρεχτ! (όχι ότι ξέρω άλλα του δηλαδή χιχιχχιιχι). Νομίζω ότι αυτό από μόνο του αλλά και τα τελευταία σου σχόλια τα είπαν όλα....Μακάρι να δούμε ένα διαφορετικό σκηνικό τελικά, αλλά......
    Καλή Κυριακή, Σαρακοστή, βδομάδα που έρχεται! :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή