Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Κοινωνία ώρα "σχολάσαμε"















Ένας φίλος, μου έστειλε ένα mail με την παράκληση να το ανεβάσω, διαβάστε το.

Αγαπητό panteloni.kampana”, χάρηκα ιδιαίτερα που ο πρωθυπουργός μας, έδειξε το άλλο του πρόσωπο. Το ανθρώπινο. Τι έχουν να πουν τώρα οι επικριτές του; Τίποτε. Ένα σκέτο και μεγάλο ΤΙΠΟΤΕ. Δεν άκουσα να πουν μέχρι σήμερα ούτε έναν καλό λόγο, και ούτε που θα τον πούνε. Να το ξέρεις. Και ξέρεις γιατί; Γιατί ο πρωθυπουργός μας είναι μεγάλη καρδιά. Μπεσαλής. Είναι ο φύλακας άγγελός μας. Γιατί, αυτοί, είναι μίζεροι, και ζούνε με μοναδικό σκοπό να δούνε, να έρχεται, η καταστροφή της χώρας.

Ποιος πίστευε ό,τι είναι ένας υπερευαίσθητος και συμπονετικός άνθρωπος; Όπως όλοι εμείς, δηλαδή. Οι απλοί και λαϊκοί άνθρωποι της δουλειάς και του μεροκάματου; Κανένας. Σου το λέω με πλήρη επίγνωση. Είναι σαν αυτούς που συναντάς στο δρόμο να αγωνίζονται μέσα σε αντίξοες συνθήκες, για να γυρίσουν σπίτι τους με ένα κομμάτι ψωμί, να ταΐσουν τη φαμίλια τους.

Σαν αυτούς που περιμένουν καρτερικά στις ουρές της εφορίας για να πληρώσουν τα χαράτσια και τους υπόλοιπους φόρους από το υστέρημα του συνταξιούχου γονέα τους. Σαν εκείνους που περιμένουν να πάρουν το φάρμακό τους, εκ περιτροπής, με τον/την σύντροφό τους. Σαν αυτούς που στριμώχνονται στις εισόδους των ΟΑΕΔ, για να πάρουν την κάρτα ανεργίας και να τύχουν του μερίσματος των πεντακοσίων, που θα τους επιτρέψει να αγοράσουν λίγο λαδάκι για τη φακή τους. Σαν κι εκείνους που στοιβάζονται στα νοσοκομεία με τον πόνο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους.


Σαν τον απλό και καθημερινό άνθρωπο είναι κι αυτός, που έχει πάντα μια καλή κουβέντα να σου πει. Να σε καλημερίσει μ’ ένα χαμόγελο πλατύ που λες και χωράει όλος ο πόνος του κόσμου μέσα του. ΝΑΙ, αυτός είναι ο καλός μας πρωθυπουργός, κι αυτό ακριβώς έδειξε. Ό,τι συμπάσχει με τον απλό πολίτη. Με αίσθημα ευθύνης και δικαιοσύνης τον υπηρετεί, αγόγγυστα, χωρίς να επιζητά κάτι άλλο για τον εαυτό του, γι’ αυτό και του αξίζουν συγχαρητήρια, και ένα μεγάλο, τεράστιο, μπράβο.

Του αξίζει το χειροκρότημα, άλλωστε, αυτό δεν μας κοστίζει και τίποτε, ούτε καν μερικές θερμίδες, όταν θα μπαίνει τροπαιούχος και στεφανωμένος στην αρένα. Μπράβο λοιπόν στον πρωθυπουργό μας που είχε την προνοησία και το ανυπέρβλητο θάρρος να αποκαλύψει την, μόνη, αλήθεια. Την πραγματική κατάσταση και τις συνθήκες που ζει σήμερα ο απλός πολίτης. Για άλλη μια φορά του αξίζουν συγχαρητήρια, δεν φείδεται λόγων, ούτε λογαριάζει το πολιτικό κόστος, όπως κάποιοι άλλοι, δηλαδή.

Είπε τα πράγματα με το όνομα τους και έξω από τα δόντια. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τον τρόπο του ευαίσθητου εργασιομανή πρωθυπουργού. Κοίταξε κατάματα τον ταλαιπωρημένο πολίτη και του είπε με σιγουριά και σταθερή φωνή, μέσα από την, σπαραγμένη, καρδιά του:

Μη φοβάσαι, Εγώ, είμαι εδώ, κι όσο είμαι, Εγώ, εδώ, εσύ θα με χρειάζεσαι. Εγώ, θα σου προσφέρω το βάλσαμο, γιατί, Εγώ, νοιώθω τον πόνο σου τον ανείπωτο, που με κατατρώει και δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι τη νύχτα. Εγώ, ξέρω τι σου χρειάζεται και, Εγώ, θα σου το δώσω. Εγώ, θα βρω την, τελική λύση, για τα προβλήματα σου. Εγώ….

Να γιατί είμαστε τυχεροί που έχουμε για πρωθυπουργό αυτόν τον, θεόσταλτο άνθρωπο. Είναι θείο δώρο, μοναδικό. Αυτός ο, άγνωστος, θεός της Ελλάδας, που μας φροντίζει και μας υπεραγαπά, δεν θα μας άφηνε να χαθούμε. Μας έστειλε τον άνθρωπό του. Το αγαπητό του παιδί. Πότε-πότε, έρχεται και το επισκέπτεται. Έτσι κάνουν οι προστάτες. Προστατεύουν τους ανθρώπους τους. Γιατί μεμψιμοιρούμε; Όσο υπάρχει προστασία νοιώθουμε και μεις προστατευόμενοι. Αν δεν με πιστεύεις ρώτα και τον γέροντα γονέα μου. Πίνει χολή στο όνομα του.

Χθες, μόλις, μου είπε τούτο: Παιδί μου, μένεις στο νοίκι και είσαι άνεργος χρόνια τώρα, έχεις οικογένεια και παιδιά που τα σπουδάζεις, πως τα βγάζεις πέρα; Αχ, πατέρα, δύσκολα είναι, αλλά, δεν βαριέσαι, κουτσά στραβά τα καταφέρνουμε, του είπα. Μήπως λέω ψέματα; Όλοι μας τα ίδια δεν περνάμε; Τι να του έλεγα του γέροντα; Πως έχω απλήρωτη τη ΔΕΗ και την Ύδρευση; Πως αναγκάστηκα να φέρω τα παιδιά στο σπίτι γιατί αδυνατώ να συνεχίσω να καλύπτω τα έξοδα παραμονής στην πόλη της σχολής τους μέχρι να πάρουν το πτυχίο τους; Και να μου πάθει κάτι; Και να χαθεί η, έστω, πετσοκομμένη σύνταξη του; Μην ανησυχείς του είπα, θα ξανάρθουν οι καλές μέρες, αλλά αυτός, δεν “μάσησε”, έζησε τις δύσκολες, έζησε και τις καλές μέρες και ξέρει να τις ξεχωρίζει.

Άκουσε παιδί μου, μου είπε, σοβαρά, μ’ έναν τόνο στη φωνή του σαν να έλεγε πως είχε πάρει την απόφασή του κι ό,τι δεν σήκωνε κουβέντα. Θα ξενοικιάσεις και θα έρθεις να καθίσεις εδώ. Μα, πατέρα, του είπα, δεν θα χωρέσουμε όλοι μας εδώ, το δυαράκι δεν μας χωράει όλους. Είναι και το σαλόνι, εσείς θα βολευτείτε. Γιατί εμείς; του είπα, εσύ τι θα κάνεις, που θα πας; Εγώ, θα κατέβω στο δρόμο, μου λέει. Να κάνεις τι στο δρόμο ρε πατέρα;

Με κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο όλο νόημα και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Έχει παγκάκια εκεί κάτω, κάποιο θα βρω ελεύθερο. Τρόμαξα, μήπως έχασε τα λογικά του; σκέφτηκα. Πατέρα, αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα για την ηλικία σου, του είπα. Γιατί; Μήπως είναι για τις άλλες ηλικίες; Μη σε νοιάζει, είπε, με το ίδιο πάντα χαμόγελο στα χείλη του. Δεν άκουσες; Ο καλός, ο πρωθυπουργός μας, ανακοίνωσε την “κοινωνική κατοικία”, κάπου θα με στείλουν, θα βρω ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαγητό, γέρος άνθρωπος που είμαι δεν χρειάζομαι κάτι παραπάνω.

Ούτε να το σκέπτεσαι, του είπα, εγώ δεν πρόκειται να μετακομίσω εδώ. Κακό του κεφαλιού σου, μου απάντησε, αν είναι έτσι, τότε νοίκιασε το, να παίρνεις και το νοίκι. Πάει, τρελάθηκε, σκέφτηκα. Αλλά μετά, το ξανασκέφτηκα, ψύχραιμα. Λες να έχει δίκιο; αναρωτήθηκα, λες αυτή η εξαγγελία του πρωθυπουργού μας να είναι η σωτηρία μου, να γλιτώσω από το νοίκι και με τη ψευτοσύνταξη του γονέα μου να μπαλώνω και κάποια από τα έξοδα; Ή μήπως έχασα, εγώ, τα λογικά μου; Αυτό θέλω να σε ρωτήσω αγαπητό μου “panteloni.kampana”, ίσως η συμβουλή σου να μου έδινε μια διέξοδο στην αγωνία μου.

Μήπως, είναι καλύτερα, μια και έχουμε υποφέρει τόσα και τόσα, και για να μην πάνε στράφι οι κόποι μας, μήπως, λέω, θα έπρεπε να επιτρέψουμε τον καλό μας άνθρωπο, τον πρωθυπουργό μας, να ολοκληρώσει το έργο του; Να γενικεύσει την εφαρμογή της “κοινωνικής κατοικίας” και τα συσσίτια; Αλήθεια, τι τα χρειαζόμαστε τα νοσοκομεία, οι άρρωστοι είναι βάρος και έξοδο μεγάλο, ας πάνε στην ευχή της Παναγίας, κι ας μετατρέψουμε τα νοσοκομεία σε “κοινωνικές κατοικίες”. Τι τα χρειαζόμαστε τα εργοστάσια και τους εργαζόμενους, το μόνο που ξέρουν να κάνουν καλά είναι οι απεργίες, ας μεταναστεύσουν αυτοί κι ας μετατρέψουμε και τα εργοστάσια σε “κοινωνικές κατοικίες”. Ας μετατρέψουμε όλη τη χώρα σε μια ιδανική “κοινωνική κατοικία”.


Αγαπητέ μου φίλε, κατ’ αρχήν θα δώσω συγχαρητήρια στον γέροντα πατέρα σου και θα του ευχηθώ καλό κουράγιο, όσο γι’ αυτό που με ρωτάς, θα προσπαθήσω να έρθω σε τηλεπαθητική επικοινωνία με το πνεύμα του Σαίξπηρ, για να το ρωτήσω, τι ακριβώς είχε κατά νου όταν έγραφε: “Να ζει κανείς ή να μη ζει;”       

1 σχόλιο: