Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Βαρβιτσιώτης, ένας φέρελπις νέος.

Με τι ταχύτητα τρέχει η ανοησία; Ρώτησα τον καθηγητή μου, της φυσικής, όταν τον συνάντησα στο βιβλιοπωλείο. Αγοράσαμε μάλιστα το ίδιο βιβλίο. Από τότε που άλλαξα γειτονιά συναντιόμαστε αραιά και που. Πάντα εκεί. Ψάχνοντας στους πάγκους για κάτι εξαιρετικό. Με κοίταξε περίεργα και ήταν έτοιμος να με μαλώσει, όπως έκαμνε όταν ήμουν μαθητής του. Με το που τέλειωνε το μάθημα και πριν βγω απ' την αίθουσα, με τραβούσε απ' τον ώμο και μου έλεγε, από σένα περιμένω περισσότερα, γιατί αδιαφορείς; Που να ήξερε ό,τι όλη την ώρα άκουγα μόνο τη φωνή του, δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο πέρα από αυτά που έλεγε, με τραβούσε σαν τον μαγνήτη. Ήταν απ' τους καθηγητές που απ' την ώρα που έμπαιναν στην αίθουσα δεν σταματούσαν να μιλάνε, η παράδοση γι' αυτόν ήταν τελετουργία. Το χιούμορ ήταν άγνωστο εν ώρα μαθήματος, ακόμη κι αν γινόταν κάποιο ευτράπελο μέσα στην τάξη, στεκόταν αμίλητος και σοβαρός μέχρι να τελειώσει η σκηνή, παρόλο που ήταν ο μεγαλύτερος καλαμπουρτζής στο γραφείο των καθηγητών. 

Ξέρεις, μου λέει, μετά από κάποια σκέψη, ήσουνα ο μόνος που μου έβαζε ερωτήματα παραπλανητικά, για να πάρει την απάντηση που ήθελε. Γιατί δεν ρώταγες στα ίσια αυτό που ήθελες; Συμφώνησα μαζί του. Τι να κάνω, πραγματικά έτσι ήταν. Κύριε καθηγητά, του λέω, επεδίωκα να σας κάνω να ξεφύγετε από τα τετριμμένα και να μιλήσουμε για κάτι διαφορετικό. Ήξερα ό,τι ήσαστε δεινός καλαμπουρτζής, αλλά όχι μέσα στην τάξη, γι' αυτό προσπαθούσα να ανοίξω τη συζήτηση με διαφορετικό τρόπο. Μάλλον δεν τα κατάφερνα καλά. Άκουσε να σου πω, μου λέει, δεν υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι, υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, κι ο καθένας το αντιλαμβάνεται ανάλογα με τις ανάγκες του και τις στροφές που φέρνει. Όπως και να το πεις, αυτός που σε ακούει θα βρει στα λόγια σου εκείνο που ψάχνει, είτε για να γελάσει, είτε για να θυμώσει, είτε για να σου πει, τέλειωνε με το παραμύθι γιατί περιμένει η κατσίκα για να την αρμέξω. 


Έκανα μια γκριμάτσα σαν να μην κατάλαβα το τελευταίο, που δεν το κατάλαβα δηλαδή, έδειξα πως ξαφνιάστηκα, σήκωσα το κεφάλι μου και το έγειρα προς τα πίσω, ανασηκώνοντας ταυτόχρονα και τους ώμους μου, θέλοντας να δείξω την απορία μου, κι αμέσως τον ρώτησα. Που κολλάει η κατσίκα; Παντού! Μου απαντάει. Συγνώμη, δάσκαλε, αλλά δεν σε πιάνω. Αυτά δεν περνάνε σε μένα, μου λέει, ξέρω τι θες ν' ακούσεις. Μόλις το άκουσα αυτό μου φάνηκε σαν να χάρηκα. Σαν να τα κατάφερα. Να τον κάνω να σκεφτεί με τον τρόπο που θα ήθελα εγώ. Ήθελα να δω πως λειτουργεί, πως θα αντιδράσει. Αλλά για κακή μου τύχη, για άλλη μια φορά δηλαδή, η συζήτηση αντί να πάρει την τροπή που λογάριαζα, μετατράπηκε σε μάθημα. 


Αν υποθέσουμε, άρχισε να λέει, ό,τι η αρχική ταχύτητα είναι μηδενική, τότε και το μέγεθος της ανοησίας τείνει στο μηδέν. Στο σημείο αυτό τα πράγματα έχουν σχεδόν μια ιδανική μορφή, γιατί η ανοησία είναι κατά κάποιο τρόπο ανύπαρκτη, είναι λανθάνουσα, σαν να βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. Κι επειδή, δεν διαθέτει από μόνη της την ικανότητα, για ανοησία πρόκειται, να αλλάξει την κατάστασή της, παραμένει σε αναμονή, μέχρι να δεχτεί τη δύναμη που θα της δώσει ώθηση, ή τη διέλευση ενός σώματος από κοντά της που θα ασκήσει βαρυτικές δυνάμεις και θα την αναγκάσει να κινηθεί. Όταν αρχίσει να κινείτε, με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα, γιατί το σώμα που της έδωσε την αρχική ταχύτητα εξακολουθεί να επιδρά πάνω της, τότε αυξάνεται και το μέγεθός της και καθώς αυξάνεται το μέγεθός της παρασέρνει στο διάβα της ό,τι βρει μπροστά της. 


Έβηξα ευγενικά και του είπα, δάσκαλε μην πλατιάζουμε, το θέμα είναι.... Το πιο είναι το θέμα, να μου επιτρέψεις να σου πω, μαθητάκο μου, πως το ξέρω καλύτερα από σένα, με αποστόμωσε πριν καλά καλά τελειώσω τη σκέψη μου. Θέλεις να μάθεις με τι ταχύτητα τρέχει η ανοησία του Βαρβιτσιώτη (κλικ). Αυτό δεν περίμενες να ακούσεις; Μου είπε και μ' άφησε σύξυλο. Δάσκαλε, του λέω, για να τον πειράξω, εκπλήσσομαι με την ταχύτητα που το ανακαλύψατε. Κι αυτός κάνει πως δεν καταλαβαίνει και συνεχίζει. Το αυξανόμενο μέγεθος της ανοησίας του, δεν οφείλετε στη δική του δύναμη, αλλά σ' αυτήν που ασκείται πάνω του και τον επηρεάζει, που προέρχεται από κάποιο άλλο σώμα. Δάσκαλε, του λέω, είσαστε αρκετά κατατοπιστικός. Το ξέρω, μου απαντάει, με απεριόριστη δόση ειρωνείας, βλέπω έκανες πρόοδο, κάνοντάς με να νιώσω εξεταζόμενος μαθητής. Και για να με βγάλει από την αμηχανία μου, μου λέει, την άλλη Παρασκευή γιορτάζω. Γιατί του λέω, τι γιορτή είναι; Να μη σε νοιάζει μου λέει, ξέρεις που θα με βρεις, έλα και δεν θα χάσεις, θα σε κεράσω κόκκινο παλιό κρασί, απ' αυτό που κάνει τους ανόητους να μοιάζουν με βροντές σε έναστρο ουρανό. Δάσκαλε, του είπα, θα 'ρθω, να με περιμένεις, και φεύγοντας σκεφτόμουν ό,τι ήμουν ήδη εκεί.

2 σχόλια: