Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

"Εμείς παρακαλούμε τόν Θεό νά σαπίσει τό στόμα σου". Α-θεόφοβε.





Ο Χριστός δεν μένει πια εδώ. Μετακόμισε στην νέα Γη, που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, 500 έτη φωτός μακρόθεν. Πήρε τον Θεό πατέρα του και την έκαναν γι' αλλού. Όχι που θα έμεναν εδώ. Αρχικά, ο καλός Θεός είχε τις αντιρρήσεις του, αλλά ο Χριστός ήταν ανένδοτος, δεν σήκωνε κουβέντα, για πρώτη φορά ήταν σε έξαλλη κατάσταση, όπως τότε στο ναό του Σολομώντα. Μέχρι να τον καθησυχάσει ο πατέρας του είδε κι έπαθε. Σου λέει, κι αν πάθει κανένα εγκεφαλικό; Τι θ' απογίνω μόνος μου, γέρος άνθρωπος. 



_Πάμε να φύγουμε πατέρα. Μακρυά από δω και όπου να είναι, του είπε ο Χριστός. 


_Μα παιδί μου, είναι μακρυά, είναι πολύ μακρυά, του είπε ο πατέρας του. 

_Ας είναι, τι Θεός είσαι, θα κάνεις ένα μαγικό, θεϊκό ήθελα να πω, και θα βρεθούμε εκεί στο πιτς φιτίλι. 


_Σκέφτηκες τι θα συναντήσουμε εκεί; Θα υπάρχουν άνθρωποι εκεί για να μας λατρεύουν; είπε στο Χριστό ο πατέρας του. 

_Και να μην υπάρχουν θα τους φτιάξεις, αυτούς εδώ δηλαδή πως τους έφτιαξες, και να σου πω και κάτι άλλο, εκείνους θα τους φτιάξεις καλύτερους, του είπε ο Χριστός. 

_Παιδί μου, πέρασε πολύς καιρός από τότε και δεν θυμάμαι καλά τη συνταγή. Φοβάμαι μην τους κάνω χειρότερους και μας διώξουν άρον άρον από κει. 


_Αποκλείεται, του είπε ο Χριστός, χειρότεροι απ' αυτούς εδώ, δεν θα υπάρξουν ποτέ, άκου με, ξέρω τι σου λέω. 

_Είμαι και γέρος άνθρωπος, και δεν αντέχω τα μακρινά ταξίδια, αυτό το τζετ λάγκ με αποδιοργανώνει, μην με συγκρίνεις με σένα που είσαι μόνο δυο χιλιάδων ετών.

_Ρε πατέρα, του είπε ο Χριστός, σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί. Που είναι το πρόβλημα; στο κάτω κάτω άραξε και μια μέρα, να ξεκουραστείς και να συνέλθεις.

_Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, πονάει η καρδιά μου, εγώ τους δημιούργησα, είναι παιδιά μου κι αυτοί, τους έδωσα πνοή, τους έδωσα νοημοσύνη, πως θα τους αποχωριστώ, εύκολο νομίζεις είναι; μπορεί ο πατέρας να αποχωριστεί τα παιδιά του; Ποιος θα τα προσέχει; Ποιος θα τα καθοδηγεί; Τι θ' απογίνουν; Θ' αρχίσουν να μαλώνουν μεταξύ τους και να αλληλοσκοτώνονται. Άσε που θα τους θερίσουν οι αρρώστιες.... 

_Πατέρα, είσαι με τα καλά σου; Που ζεις! Πολύ πίσω έμεινες. Μ' έβαλες εμένα να κάνω τι δουλειά σου και συ αγρόν ηγόραζες μου φαίνεται. Ρώτα με λιγάκι να σου πω τι συμβαίνει εκεί κάτω. Θα τραβάς τα μαλλιά σου.

_Σώπα βρε παιδάκι μου! Παρέκκλιναν από τις εντολές μου, οι αθεόφοβοι;

_Μόνον. Σημεία και τέρατα πατέρα. Για ποιους σταυρώθηκα εγώ; Μου λες σε παρακαλώ; Γι αυτούς; Έτσι μου έρχεται να ξανακατέβω εκεί κάτω και να κάνω όλα λίμπα. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβουν με ποιον έχουν να κάνουν. Να μην με περνάνε για κορόϊδο. Και να μην επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο το όνομά μου στις δουλειές τους.

_Κάτσε να πατήσω καλά σ' αυτό το σύννεφο γιατί μου φαίνεται θα βρεθώ στο κενό. Τι είναι αυτά που ακούω; Μου τα εξηγείς σε παρακαλώ για να τα καταλάβω.

_Τι να σου εξηγήσω ρε πατέρα, άσε καλύτερα, και πάμε να φύγουμε από δω, δεν μας χρειάζεται αυτός ο τόπος κι ούτε τον χρειαζόμαστε. 

_Όχι, θα μου τα πεις πρώτα όλα, κι αν παρέβηκαν το νόμο μου, θα ρίξω φωτιά για να τους κάψω.

_Άσε πατέρα, εμείς δεν είμαστε ειδωλολάτρες, αυτά τα έκανε ο Δίας.

_Κι αν τα έκανε; Θεός δεν ήταν κι αυτός.

_Να σκεφτείς ό,τι γίνανε από χίλια χωριά χωριάτες. Αυτό τους είπα εγώ! Αυτό τους είπα να κάνουν! 

_Ε, καλά τώρα, αυτό δεν είναι και τόσο τρομερό.

_Μάλλιασε η γλώσσα μου να τους λέω, "αγαπάτε τον εχθρό σας καλύτερα απ΄τον εαυτό σας". Ή μήπως τους είπα να γίνουνε κριτές των συνανθρώπων τους; Γι' αυτό σου λέω, άντε να ρίξουμε πέτρα πίσω μας και να γλυτώσουμε από δαύτους. 

_Έγιναν κριτές οι αθεόφοβοι;

_Τι σου λέω τόση ώρα. Έκαναν και ιεραρχία, όπως στο στρατό. Δεκανέας, Λοχαγός, Στρατηγός, και ρίχνουν και φυλακή, στους απείθαρχους, βέβαια δεν είναι ακριβώς φυλακή, "Αφορισμό" τη λένε. 

_Τι είναι πάλι ετούτο!

_Αυτό να μου πεις. Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα; Να αφορίζουν τα δικά σου παιδιά; Να τα διαχωρίζουν σε ανθρώπους και ανθρωπάκια; Εμείς δηλαδή τι δουλειά κάνουμε εδώ πέρα. Όχι και να μας πάρουν και τι δουλειά μας. Που ακούστηκε αυτό. Λίγος σεβασμός δεν υπάρχει; Επιτέλους!

Κι επειδή, το πολύ το κυρ ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, κι αφού άκουσε με μεγάλη προσοχή το γιό του, που τον έχει έναν, αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, τι του πείραζε δηλαδή να κάνει και μια κόρη, οι κόρες δηλαδή αλλουνού θεού παιδιά είναι; Θα χαλούσε ο κόσμος αν είχε και μια αδερφή ο Χριστός; Κι ας τη λέγανε Χριστίνα. Να γιορτάζανε την ίδια μέρα. Θα τους ερχότανε φθηνότερα το πάρτι. Ενέδωσε που λέτε ο Θεός και συμφώνησε με τον κανακάρη του. Πως να του χαλάσει χατήρι, έναν τον έχει. Κι ανέβηκαν κι οι δυο στην πύρινη άμαξα, που την έσερναν κάτι φτερωτά άλογα, για να την κάνουν για τη νέα "Γη". 

Ο πατέρας ήταν ακόμη σκεφτικός. Τον είδε ο κανακάρης του και τον ρώτησε.

_Ακόμη το σκέφτεσαι ρε πατέρα; Τι σ' απασχολεί πάλι;

_Μέρα που είναι. Πάντα αυτή τη μέρα είχα δουλειά. Πρέπει να στείλω το φως.

_Άφησε αυτούς, θα βρούνε τρόπο να την κάνουν τη δουλειά τους, του είπε ο κανακάρης του και έδωσε μια στον πισινό των αλόγων και έγιναν καπνός.


"το Σάββατον διά τον άνθρωπον έγένετο και ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον" (Μάρκ. 2,27


*Για όσους περιμένουν την Ανάσταση με αγωνία, ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Για τους υπόλοιπους που περιμένουν την "ανάσταση", χωρίς αγωνία αλλά με   επιμονή, ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ


2 σχόλια:

  1. Καλή Ανάσταση γενικώς θα ευχηθώ :)))
    Καλά να περάσεις αύριο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κι αυτός ο άνθρωπος παριστάνει τον παπά;;; Τρομάρα τους όλα τα καθάρματα......

    Καλή Αυριανή και χρόνια πολλά, με κάθε μορφής αγώνα κι αντίσταση.. Καλό ξημέρωμα κι ευχές σε όλους τους φίλους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή