Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Μπουλούκ Τσογλάν.




Από κάποιο λεξικό βρήκα και μεταφέρω την εξής ερμηνεία στη λέξη που στην ελληνική αποτελεί βρισιά, και μάλιστα απ' τις χειρότερες, ίσως γιατί προέρχεται απ' την (μισητή) τούρκικη γλώσσα, κι όπως γνωρίζει ο κάθε έλληνας-ελληνάρας και ελληνίδα-πασιονάρια, κάθε τι που προέρχεται από τον εχθρό (εθνικό ή ταξικό) είναι εξ ορισμού αντεθνικό, και όπως θα έλεγε και μια, καθόλα "ταξικιά", "αντικομουνιστικό". 



τσογλάνι : τουρκ. iç oğlanι , φωνητικά τσογλάν(ι): νεαρός στην υπηρεσία του παλατιού.

Το πως κατέληξε η λέξη αυτή, που από προσδιοριστική που ήταν στην τούρκικη, να αποτελεί εξεζητημένη βρισιά στα γραικάνικα, της ομιλουμένης στο γιουνανιστάν, κι ας μην εξάπτονται οι ελληναράδες και οι ελληναρούδες, που κάνουν χρήση της λέξης αυτής, αφού τούρκικη είναι, κι αφού γραικοί αυτο-συναποκαλούμεθα, και γιουνανιστάν, αποκαλούν τη χώρα μας οι ιδιοκτήτες της λέξης.

Ίσως, ή μάλλον ορθά, εξελίχθηκε σε βρισιά, εξ αιτίας των όσων "εισέπρατταν" οι πρόγονοι μας από τους υπηρέτες του παλατιού, μια και ο κατακτητής συμπεριφέρεται στον κατακτημένο πάντα με "περίσσια αβρότητα", και βέβαια, αυτή η συμπεριφορά έφτανε στους κατακτημένους από τα "τσογλάνια", τους πολυπρόσωπους υπηρέτες του παλατιού, κάτι ανάλογο δηλαδή μ' αυτό που συμβαίνει σήμερα στο "γιουνανιστάν", αλλά με περισσότερη "διακριτικότητα" είναι αλήθεια, από τους υπηρέτες ενός άλλου "παλατιού". 


Βέβαια, αυτά συνέβαιναν στις εποχές των "παλατιών", των σουλτάνων, των μπέηδων και των βασιλιάδων, κι ένα από αυτά τα παλάτια ήταν και το Κρεμλίνο, στην εποχή του δηλαδή, γιατί μετά "άλλαξε" η εποχή, άλλαξε κι αυτό, κι από παλάτι, έγινε "το σπίτι του λαού", με τον "Τσάρο" του και τα "τσογλάνια" στην υπηρεσία του, που "Τσάρου" ελλείψει σήμερα, έμειναν ορφανά, τα "τσογλάνια", να ροβολούν στις ρούγες και στα κονάκια και να βρίσκουν βήμα -με το αζημίωτο- στου κάθε (χλευ)Αστού πρετεντέρη.

Λέξη-βρισιά εύηχη και γλιστερή στη γλώσσα, σαν χείμαρρος εξέρχεται και ανεβάζει την αδρεναλίνη, την μέγιστη ευχαρίστηση προσφέρει, και το εγώ ανορθώνει κατακόρυφα, αυτού που την εκστομίζει, ιδιαίτερα όταν την απευθύνει σε πρόσωπο μισητό κι ανεπιθύμητο, όπως είναι ένας πολιτικός αντίπαλος.

Αλλά γιατί (ΤΟ ερώτημα), εκστομίζεται από άτομα, φλύαρα, κουραστικά, ανόητα και περιττά; "Μια πολυλογού είναι, που δεν βάζει γλώσσα μέσα", όπως θα 'λεγαν και οι κουτσομπόλες για να ψέξουν την απέναντι. Χωρίς να αντιλαμβάνεται, φτάνει με γλαφυρό τρόπο στην εξωτερίκευση της σκέψης της, μέσα απ' τα χωρίς ουσία λόγια της, και περιγράφει τον ίδιο της τον εαυτό, κοιτώντας το είδωλο στον καθρέφτη.    

Τη γλώσσα του πεζοδρομίου φαίνεται να την κατέχουν καλά, τούτα τα άτομα, και καλύτερα την αποδίδουν όταν αισθάνονται ό,τι τους παρακολουθούν, κι αν τύχει και αντιληφθούν, την αδιαφορία, κι ότι άσκοπα σκίζουν τα ιμάτια τους, τότες γίνονται εριστικοί και έξαλλοι, μην και αποσπάσουν την προσοχή του συμπαθητικού τετράποδου, που κουρνιασμένο ανάμεσα στις χνούδες παντόφλες του αφεντικού του τινάζει το κεφάλι του σε κάθε στριγκλιά και κοιτάζει ανήσυχο το αφεντικό του, που ροχαλίζει σε ρυθμό 7/8, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα το τηλεκοντρόλ. 

Τυχαίο μήπως είναι, που άτομα σαν τον κύριο, "μαζί τα φάγαμε", και την γιαλαντζί "πασιονάρια", ταυτίζονται στην προφορική "ικανότητα" του λόγου; και στην εκφραστικότητα των συναισθημάτων τους; Κάπου εκεί συναντιόνται τα μεγάλα πνεύματα. Στο "τσογλάν boy", του εφιαλτικού ονείρου τους, του κοινού, καθότι απ' την ίδια σχολή πολιτικού αμοραλισμού προερχόμενοι, ομογάλακτοι, στο ίδιο παλάτι, ως νεανίες, τις υπηρεσίες τους προσφέρουν, άγουροι γεροξεκούτηδες σήμερα. 

Αυτό που δεν κατέχουν, τούτα τα άτομα, είναι η γνώση, και πρώτα-πρώτα, τα του εαυτού τους, μέχρι που αναρωτιέσαι εσύ ο άσχετος, βρε μπας και δεν κατέχω τι μου γίνεται; Βρε μπας και θα 'πρεπε όπου τους βρίσκω κι όπου τους πετυχαίνω να τους φιλώ το χέρι;      


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου