Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η δικαίωση είναι έργο... Ανθρώπων.


Δυο μέρες μετά το συμβάν έγραφα, "απλώς βλακόμαγκας, ή εγκληματική ενέργεια;" και μ' αυτό έβαζα κάποια ερωτηματικά, που περίμενα να απαντηθούν, είτε από την πραγματογνωμοσύνη, είτε από την σήμανση, είτε από την έρευνα του ιατροδικαστή, είτε από μαρτυρίες επιβατών του μοιραίου δρομολογίου. Κάποια από αυτά απαντήθηκαν, κάποια άλλα θα απαντηθούν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Όμως, η επιστροφή μου στο θέμα σχετίζεται αποκλειστικά με την απουσία κάθε αναφοράς σε ευρήματα κυρίως αποτυπωμάτων (θα το εξηγήσω παρακάτω), αλλά και στο πόρισμα των πραγματογνωμόνων, που φαίνεται να ολοκληρώθηκε και να παραδόθηκε στη δικαιοσύνη.

Έγραφα σε 'κείνο το κείμενο για τον τρόπο που συμπληρώνεται ένας φάκελος ατυχήματος. Για "αντικειμενικές" δυσκολίες που ενδέχεται να παρουσιαστούν στους ερευνόντες. Για ενδεχόμενη προσπάθεια να εξαφανιστούν στοιχεία από εκείνους που έχουν συμφέροντα. Για προκαταλήψεις που οδηγούν στην εν αρχή προστασία του υπαίτιου και τελικά στην απενοχοποίηση. Σήμερα, λοιπόν, νομίζω πως μπορώ να συνεχίσω το θέμα ακριβώς εκεί που το είχα σταματήσει, και θα προσπαθήσω, μέσα από αυτό το κείμενο να δώσω μια πειστική εικόνα της μοιραίας στιγμής, βασιζόμενος σε κάποια στοιχεία εμπειρίας και γνώσης, αλλά και σε όλα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας από τη μέρα εκείνη.


Ξεκαθαρίζω εξ αρχής. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, ειδικότερα όσων ήταν αυτόπτες, έχουν βαρύνουσα αποδεικτική σημασία, όμως, θα αποτελέσουν το πεδίο μάχης με την υπεράσπιση και επομένως θα αξιολογηθούν κατά την αναζήτηση της αλήθειας από το δικαστήριο. Είχα επισημάνει στο πρώτο κείμενο ό,τι αυτές μέχρι να φτάσουν στην αίθουσα του δικαστηρίου αρκετές φορές αλλάζουν κι αυτό φαίνεται να συμβαίνει σήμερα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του "Βήματος", καλούνται μάρτυρες για σημπληρωματική κατάθεση, ενώ άλλος, για να αποφύγει, επικαλείται ψυχολογικά προβλήματα. Γι' αυτό, σ' εκείνα που θα σταθώ, για να δώσω την εικόνα, είναι τα στοιχεία. Θα τα αναφέρω παρακάτω, ένα ένα, γιατί θεωρώ ό,τι δεν επιδέχονται καμιάς αντίκρουσης και ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σ' αυτά, για να φτάσω κοντότερα στα γεγονότα.  

Το πρώτο είναι η ιατροδικαστική έρευνα που νομίζω είναι ξεκάθαρη. Λέει ό,τι ο Θανάσης έφερε τραύμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Επίσης, λέει ό,τι δεν διαπιστώθηκε κάποιο ίχνος εκδοράς στα πόδια, όπως συμβαίνει με τα χέρια και το λαιμό του και έτσι απορρίπτει τον ισχυρισμό ό,τι στην προσπάθεια να πηδήξει πιάστηκε το πόδι του στην πόρτα, πάνω σ' αυτό θα επανέλθω παρακάτω. Αυτό είχα επισημάνει και στο πρώτο κείμενο όταν έλεγα ό,τι όταν θέλεις να την κοπανίσεις από ένα όχημα, που κινείται, πηδάς έχοντας ορατό το πεδίο και όχι με την πλάτη. Είναι καθαρή αυτοκτονία. Όταν θέλεις να ξεφύγεις από το διώκτη σου δεν αυτοκτονείς, μπορεί να παλέψεις μαζί του, να τον χτυπήσεις και να χτυπηθείς, αλλά να αυτοκτονήσεις είναι πέρα από κάθε λογική.

Το δεύτερο είναι η λειτουργία του μπουτόν κινδύνου. Τη λειτουργία του την περιέγραψα στο πρώτο κείμενο για να γίνει περισσότερο κατανοητή χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το θάλαμο του ασανσέρ, είναι λειτουργίες ανάλογες και σ' αυτό συμφωνεί και το πόρισμα. Έλεγα (1) ό,τι η πόρτα ανοίγει μετά από πάτημα του μπουτόν κινδύνου και εφόσον ακινητοποιηθεί πλήρως το όχημα, (2) ό,τι δεν είναι δυνατόν να ανοίξει με τα χέρια και μάλιστα προέτρεπα κάθε δύσπιστο να δοκιμάσει, και σ' αυτό συμφωνεί απόλυτα και το πόρισμα, κάνει λόγο για δύναμη 80 με 85 κιλών που απαιτείται, (3) ό,τι ο οδηγός του οχήματος έχει τη δυνατότητα να ανοίξει την πόρτα από το δικό του χειριστήριο και σ' αυτό επίσης συμφωνεί απόλυτα και το πόρισμα. 

Το τρίτο είναι, αν και δεν πρόκειται για στοιχείο, αλλά για έλλειψη στοιχείου, η ανυπαρξία δακτυλοσκοπικής έρευνας, τουλάχιστον στην περιοχή του διαπληκτισμού, μιας και υπήρξε σύμφωνα με μαρτυρίες, αλλά και τα σημάδια πάνω στο σώμα του Θανάση και ειδικότερα, πάνω στο μπουτόν κινδύνου, όπως έλεγα και στο πρώτο κείμενο, όταν αναφερόμουν στη σήμανση. Η μη ύπαρξη αυτής της έρευνας στερεί ένα βασικό στοιχείο από την υπόθεση. Ίσως να υπήρξε ολιγωρία ή και αδιαφορία, γι' αυτό και χρησιμοποίησα πριν την λέξη προκατάληψη, όμως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αδιαφορία σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, έτσι δόθηκε χρόνος, στους έχοντες συμφέροντα, να εξαφανίσουν σοβαρές ενδείξεις ή και στοιχεία που θα έριχναν φως στην αναζήτηση της αλήθειας.          

Το τέταρτο είναι, το πόρισμα του πραγματογνώμονα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ό,τι ο πραγματογνώμονας είναι ένας επαγγελματίας, στην προκειμένη περίπτωση, ενδεχομένως, μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος, εφοδιασμένος με τις απαραίτητες γνώσεις και τη σχετική άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Παίρνει εντολή από την υπηρεσία που έχει την ευθύνη για την έρευνα και τη σύνταξη του φακέλου και η εντολή αυτή είναι συγκεκριμένη και περιορίζεται στα σημεία που εκτιμά η ίδια η υπηρεσία. Επομένως η έρευνα του περιορίζεται στις κατευθύνσεις της εντολής, δεν μπορεί και δεν έχει δικαίωμα να επεκταθεί σε άλλα ζητήματα ή να προσθέσει συμπεράσματα. Έτσι ο εντολέας, η τροχαία στην προκειμένη περίπτωση, έχει την δυνατότητα να περιορίσει το πεδίο της έρευνας και εν τέλει να διαμορφώσει τις συνθήκες πάνω στις οποίες θα διεξαχθεί η δικαστική διαμάχη. 

Νομίζω πως μετά από τις παραπάνω παραθέσεις μπορώ να προχωρήσω στη σκηνή που διαδραματίστηκε εκείνο το μοιραίο βράδυ. Αφού επισημάνω για άλλη μια φορά ό,τι μπορεί στην πραγματογνωμοσύνη να μην ξεκαθαρίζεται ο τρόπος με τον οποίο άνοιξε η πόρτα, υπάρχει όμως επακριβώς διατυπωμένη και βασίζεται, μάλιστα, στα ίδια τα σχέδια κατασκευής του οχήματος, η λειτουργία του συστήματος "ειδικών καταστάσεων".   

Ένα βασικό στοιχείο είναι ό,τι το όχημα, κι αυτό προκύπτει από φωτογραφίες που πάρθηκαν αμέσως μετά το συμβάν, βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση, μερικά μόλις μέτρα, μακριά από το σημείο πτώσης, αυτό σημαίνει ό,τι το όχημα κινούνταν με ελάχιστη ταχύτητα, σχεδόν είχε ακινητοποιηθεί. 



Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο είναι ό,τι η πόρτα δεν άνοιξε με την ακινητοποίηση του οχήματος, υπάρχει διαφορά απόστασης της πτώσης με το σημείο ακινητοποίησης κι αυτό είναι αντίθετο στην λειτουργία "ειδικών καταστάσεων", που λέει ό,τι η πόρτα ανοίγει με την πλήρη ακινητοποίηση. 

Ένα τρίτο βασικό στοιχείο είναι ό,τι ο διαπληκτισμός εφόσον γινόταν στο χώρο του πλατύσκαλου, να το πω έτσι, και σχεδόν πάνω στην πόρτα στην οποία είχε στραμμένη την πλάτη του ο Θανάσης, δύσκολα μπορεί να αποδειχτεί ποιος πάτησε το μπουτόν, γιατί η θέση που βρίσκεται αυτό, είναι μακριά και ψηλά. Να γιατί η δακτυλοσκόπηση θα απαντούσε σ' αυτό το ερώτημα, που θα μπορούσε να συνδέσει κάποια απ' τα γεγονότα. 

Ένα τέταρτο βασικό στοιχείο είναι ό,τι για να ανοίξει χειροκίνητα η πόρτα απαιτούσε την εφαρμογή μεγάλης δύναμης, μάλιστα, με τη χρήση και των δυο χεριών, ίσως και τη βοήθεια του σώματος, που κατά τον διαπληκτισμό και την προσπάθεια αποφυγής της άσκησης βίας από τον ελεγκτή, υπάρχουν άλλωστε τα σημάδια σύμφωνα με την ιατροδικαστική έρευνα, δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί, ακόμη κι αν ο Θανάσης διέθετε την απαιτούμενη δύναμη.  

Ένα πέμπτο βασικό στοιχείο είναι, ο τρόπος που άνοιξε η πόρτα. Εδώ, θα δεχτώ ακριβώς το αντίθετο από αυτά που αναφέρω στο τέταρτο στοιχείο για να στηρίξω την συνολική εικόνα. Αν, λοιπόν, άνοιξε λόγω της χρήσης του μπουτόν, ακόμη κι αν δεχτώ ό,τι έγινε κατά παράβαση της προκαθορισμένης λειτουργίας, τότε η πόρτα δεν θα έκλεινε για να πιάσει υποτίθεται το πόδι, αλλά θα παρέμενε ανοιχτή, το μπουτόν ανοίγει την πόρτα δεν την κλείνει. Εάν άνοιξε με τη μυϊκή δύναμη, χειροκίνητα, τότε ο Θανάσης για να το καταφέρει θα έπρεπε να είναι στραμμένος προς την πόρτα και να χρησιμοποιεί τα δυο χέρια και όλη τη δύναμη του, όπως εξήγησα στο τέταρτο στοιχείο, και επομένως όταν άνοιξε θα έπρεπε να πηδήξει με το πρόσωπο και όχι με την πλάτη.

Και έρχομαι τώρα στην άποψη που ενδεχομένως να είναι η πλέον πιθανή και βασίζεται στην ανάλυση των παραπάνω στοιχείων αλλά και στη διαπίστωση της πραγματογνωμοσύνης ό,τι είχε τη δυνατότητα ο οδηγός του οχήματος να ανοίξει από το δικό του χειριστήριο την πόρτα και βέβαια στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείτε η ακινητοποίηση του οχήματος.

Ο διαπληκτισμός ήταν σε γνώση του οδηγού. Μέσω του καθρέφτη παρακολουθούσε την εξέλιξη. Είναι λογικό σε ένα διαπληκτισμό, όταν μάλιστα γίνεται μέσα στο χώρο εργασίας σου, να θέλεις με κάποιο τρόπο να τον τερματίσεις, είτε συμφωνείς απόλυτα με την ενέργεια του συναδέλφου σου, είτε όχι. Ενδεχομένως να μην συμφωνείς. Επομένως, αποφασίζεις να αναλάβεις δράση. Βασιζόμενος και στην εμπειρία σου. Και εφόσον δεν μπορείς να αφήσεις τη θέση σου, αποφασίζεις να σταματήσεις το όχημα. Σκέφτεσαι, ας τα βρει ο συνάδελφός σου, είτε του κόψει πρόστιμο, είτε τον αναγκάσει να κατέβει από το όχημα. Υπάρχει και δρομολόγιο, υπάρχουν και άλλοι επιβάτες που θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, εκτός του ό,τι η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Έτσι, όταν αντιλαμβάνεσαι ό,τι το όχημα σχεδόν ακινητοποιείται ανοίγεις την πόρτα για να βγούνε έξω, είτε και οι δυο μαζί, είτε για να κατεβάσει τον επιβάτη. Αν το όχημα είχε ακινητοποιηθεί ή κινούνταν με σχεδόν μηδενική ταχύτητα όταν άνοιξε η πόρτα, δεν φαίνεται να επηρεάζει το αποτέλεσμα. 

Απομένει, λοιπόν, στη δικαιοσύνη να αποφανθεί αν επρόκειτο για "βλακόμαγκα" ή για "εγκληματική ενέργεια".   

2 σχόλια:

  1. Και μέχρι να αναλύσεις ένα φριχτό έγκλημα, έχει γίνει στο μεταξύ ένα άλλο.........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό είναι δυσανάλογα χειρότερο, φοβάμαι ό,τι γίνεται πρόβα γι' αυτά που θα ακολουθήσουν, το ποιος θα τους σταματήσει είναι ένα ερώτημα, ήδη υπάρχουν παρακλάδια τους στο ένα απ' τα κόμματα που μας κυβερνά, ήρθε η ώρα να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, όλοι μας.

      Διαγραφή