Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ο Κατρούγκαλος-Μπλουμ και ο Ταίτγκες-Μπογιόπουλος



Η αλήθεια είναι ό,τι δεν μου κάνει κλικ ο Μπογιόπουλος. Εξ αρχής δεν τον είχα σε μεγάλη εκτίμηση. Φυσικά και διαβάζω τα άρθρα του, όποτε πέφτω πάνω τους. Δεν θα έλεγα ό,τι τον προσπερνώ ούτε και ό,τι τον ψάχνω. Πάντα, σε κάποιον αρθρογράφο, βρίσκεις ένα λόγο για να τον διαβάσεις. Ακόμη και σ' αυτόν, τον ανεκδιήγητο Πρετεντέρη μπορείς να βρεις μισό λόγο για να τον διαβάσεις. Δεν χάθηκε ο κόσμος.


Διαβάζοντας τα άρθρα του Μπογιόπουλου, κάποιες φορές, ανακαλύπτω μια μαζοχιστική τάση του εαυτού μου. Να με βασανίζω το μυαλό μου προσπαθώντας να διακρίνω, αν στα γραφόμενά του, εντέχνως, καθοδηγεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει την αποδεικτική αξία της σκέψης του, ή αν ο ίδιος αγωνίζεται να πείσει τον εαυτό του ό,τι στην ταπεινή του σκέψη, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται βεβαίως, συνυπάρχει απριόρι και η απόδειξη, (άλλως, ενσωματωμένη δημοσιογραφία, ο όρος δικός του). 

Μέσα απ' την ανάγνωση, και βεβαίως-βεβαίως μετά την ανάγνωση των άρθρων του, βλέπω να μην αλλάζει αυτή η άποψη που έχω. Κυρίως για την κριτική του σκέψη. Αδιαφορώντας για την πολιτική. Στο Ellada, πάντοτε, θα είσαι ό,τι δηλώνεις. Άλλωστε δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί κάποιος πολιτικά με έναν αρθρογράφο ώστε να του αφιερώνει τον πολύτιμο χρόνο του. Μπορεί να το κάνει και για πολλούς άλλους λόγους. 


Για να εκφραστεί κριτική, να κριτικάρεις κάποιον, εκτός από την ικανότητα και τη γνώση του θέματος, πρέπει να είσαι αποστασιοποιημένος από όποια εξάρτηση ιδεολογική, κοινωνική, επαγγελματική και πάει λέγοντας, ώστε, να λογίζεται η γνώμη σου ως τεκμηριωμένη, καθώς και ως απεξαρτημένη. Συνήθως, αντιλαμβανόμαστε τον κριτικό λόγο σαν μια παρτίδα τάβλι στο καφενείο. Δεν θα έλεγα ό,τι διαφέρω, εν προκειμένω. Ίσως, για προφανείς λόγους, να το κάνω εσκεμμένα. 

Ο κριτικός λόγος φυσικά και δεν πιστοποιεί την απόλυτη αλήθεια. Ό,τι τα πάντα όλα είναι αρκούντως επεξηγημένα και αδιάψευστα. Συζητήστε με έναν δογματικό και βάλτε του το ερώτημα, "Γιατί ο θεός δεν απέτρεψε την Εύα από τον απαγορευμένο καρπό; Ή, γιατί επέτρεψε στο διάβολο να συνυπάρχει με τα παιδιά του μέσα στο σπίτι του;" και αν δεν πάρετε την εξής απάντηση, "Γιατί ο θεός είναι το υπέρτατο Ον, και τα γνωρίζει όλα, αφού αυτός τα δημιούργησε", τότε γράψτε μου. 

Άλλωστε, όλα έχουν κάποιο σκοπό και όλα γίνονται για ένα πρέπει, ή, για ένα συγκαλυμμένο "πρέπει". Και η κριτική ως εργαλείο, έχει την αφετηρία της σε ένα από τα δυο πρέπει. Είναι απόρροια, εκτός της καλόβουλης, και της όποιας άλλης εξάρτησης. Αλλά κυρίως, των συμβολαίων που έχουν υπογραφεί. Επάγγελμα και μάλιστα αποδοτικό, είναι. Οπότε, ως προς αυτά, δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό, γι' αυτόν. Αρκεί το θετικό πρόσημο στο χειροπιαστό, εκ του αποτελέσματος. Για τον επιούσιο προ πάντων ο αγών. Τι θέλει ο λαός; Παντεσπάνι; Ε, δώστε του παντεσπάνι. 

Έτσι, λοιπόν, κι αφού προηγουμένως τα έψαλε, από το e-αριστερό ψαλτήρι, στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στους μιζαδόρους και στους εθνικούς εργολάβους, ώστε, να μας οδηγήσει στη σύγκριση και στη συνέχεια στη διαπίστωση, απεφάνθη μετά βδελυγμίας ό,τι ο Κατρούγκαλος διεκδικεί το ρόλο της ηρωίδας του νομπελίστα συγγραφέα Χάινριχ Μπελ, διαγράφοντας ηθελημένα, τον ρόλο του κίτρινου φασισμού ως την αιτία των δεινών της Καταρίνας. 

Και για να δέσει η μαγιονέζα (απαραίτητη ως επικάλυψη), αναφέρθηκε σε κάποιες στερεότυπες φράσεις, ιστορικές επί το πλείστον, ώστε να προσδώσει στο αφήγημα σοβαροφανείς διαστάσεις. Μάλιστα, τις αρίθμησε. Ως επίκληση, δήθεν, του αδιάψευστου στοιχείου. Το του τεκμηρίου. 

Πρώτο: Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια. 

Καθότι ο Καίσαρας, που δεν ήταν και υπόδειγμα τιμιότητας, έπρεπε, να λογίζεται ως ηθικός και δίκαιος. Πλην όμως, ήταν γνωστός για τα έργα και τις ημέρες του, οπότε, κάποιος θα έπρεπε να τον ξελασπώνει. Εν προκειμένω η γυναίκα του. Ως τα του "οίκου" θεραπεύουσα, θα έπρεπε να φαίνεται, παντί, τίμια. Ώστε, να διασώζεται ο Καίσαρας (ουδόλως απαραίτητο κρίνεται να ακολουθήσουν συνειρμοί). 

Δεύτερο: Ο,τι είναι νόμιμον δεν είναι και ηθικόν. 

Καθότι εκ του νόμου το νόμιμον πρωτίστως είναι και ηθικόν, το μη νόμιμον κρίνεται μη ηθικόν. Βεβαίως, όταν το νόμιμον δεν είναι ηθικόν εις την συνείδηση, κοινώς ανήθικο, καθιστά συνειδησιακά μη νόμιμον, το νόμιμον. Οπότε, το συνειδησιακά ηθικόν, αυτοαναγορεύεται νόμιμον και αντικαθιστά το εκ του νόμου νόμιμον παραβιάζοντας την ηθικότητα του νόμου και κάπως έτσι εμφανίζεται το ανήθικον ως νόμιμο προσφέροντας άλλοθι στους κάθε λογοίς κατεργαραίους (ουδόλως απαραίτητο κρίνεται να ακολουθήσουν συνειρμοί). 

Τρίτο – και σπουδαιότερο: Ο αγώνας για τα δίκαια του λαού, εφόσον είναι τέτοιος, η αφιέρωση των ικανοτήτων (επαγγελματικών, νομικών, επιστημονικών, τεχνικών κλπ), των δυνατοτήτων και των γνώσεων του καθενός σε αυτόν τον πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό αγώνα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του λαού, δεν μπορεί να γίνεται και να διεξάγεται με ιδιωτικά συμφωνητικά για παρακράτηση 12% επί των δικαιωμάτων του λαού… 

Και αφού, λοιπόν, ετελείωσε με τις σοφές ρήσεις, καταπιάστηκε με το ηθικόν ζήτημα. Το σπουδαιότερο, όπως απεφάνθη. Διότι οι ικανοί και σπουδαίοι αγωνίζονται αφιλοκερδώς για τα δίκαια του λαού, ενώ οι ανίκανοι και οι χαμερπείς, για έναν μισθό, βουλευτικό ή κομματικό, για ένα συμβόλαιο, ή με το κομμάτι, ή με την ώρα, ή τέλος πάντων με το τι θέλει να πλασάρει η διαφθορά, τα διαπλεκόμενα και κάθε είδους συμφέροντα στην αγορά. (Αναγκαία επανάληψη: ενσωματωμένη δημοσιογραφία, ο όρος δικός του - ουδόλως απαραίτητο κρίνεται να ακολουθήσουν συνειρμοί). 

Απ' αυτούς τους σωτήρες του, αλήθεια, ποιος θα σώσει το λαό; 

Διότι, αν αυτός ο λαός, δεν δέχεται την εκ των σωτήρων του σωτηρία, δεν του αξίζει να σωθεί.  


Κουίζ: Βρείτε τις διαφορές από το αχτύπητο δίδυμο Τρέμη-Πρετεντέρη, που ξέσχιζαν τον Βαρουφάκη για το σηκωμένο δάχτυλο μέχρι να ξεσχιστούν οι ίδιοι, από ένα άλλο δάχτυλο, που κοντεύει να τους βγάλει το μάτι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου