Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Μια βασιλόπιτα σαν τσουρέκι.


Άγιε μου Βασίλη, λυπάμαι πάρα πολύ γι' αυτό που σου συνέβη. Δεν ξέρω πως και με τι λόγια να σου το πω. Και 'γω και η αδελφούλα μου είμαστε πολύ στενοχωρημένοι. Αν είχα το τηλέφωνό σου τουλάχιστον.... Αλλά εκεί μακριά που είναι το χωριό σου είναι πολύ δύσκολο να πιάσεις γραμμή. 

Έτσι μου είπε ο πατέρας μου και δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω, γιατί ποτέ δεν μου λέει ψέματα. Ακόμη κι αν αναγκαστεί να μου κρύψει κάτι που είναι λυπηρό, δεν φταίει αυτός. Είμαι σίγουρος γι' αυτό. Η αδελφούλα μου ελπίζει πως κάτι μπορεί να γίνει στο τέλος. Η μαμά μου όμως της λέει ό,τι είναι πολύ δύσκολο. Σχεδόν αδύνατον. 

Από μέρες τώρα είχα ετοιμάσει ένα γράμμα. Σήμερα ήθελα να το δώσω στον πατέρα μου να σου το ταχυδρομήσει. Έφτιαξα και έναν φάκελο και τον ζωγράφισα απ' έξω. Έκανα ένα πάρκο και δυο παιδάκια να παίζουν ξένοιαστα. Εγώ και η αδελφούλα μου. Αλλά τώρα γιατί σου τα λέω αυτά, αφού δεν μπορείς, ούτε να με δεις, ούτε να μ' ακούσεις; Όμως ήθελα πολύ αυτό το δώρο.


Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ σκεφτόμουν τι να σου ζητήσω. Έβλεπα στο όνειρο μου να ξυπνώ το πρωί κι αυτό να είναι δίπλα στο κρεβάτι μου. Να με περιμένει. Έπαιζα έπαιζα ώρες ολόκληρες. Ήταν το τελευταίο δώρο που θα σου ζητούσα. Του χρόνου θα πάω σχολείο και δεν θα έχω το χρόνο για παιγνίδια.

Θα πρέπει να αφοσιωθώ στα μαθήματα, όπως λέει και η μανούλα. Να γίνω καλός μαθητής. Να μορφωθώ. Να μην με θεωρούν κάποιοι κατώτερο και να μην αποφασίζουν αυτοί για μένα. Να γίνω ένας χρήσιμος πολίτης και να μάθω όλα όσα πρέπει να κάνει ένας υπεύθυνος άνθρωπος. 

Άγιε μου Βασίλη, θέλω να ξέρεις ό,τι σ' αγαπώ πολύ, κι ας λέει ο μεγάλος μου αδερφός ό,τι είσαι ένα πλάσμα της φαντασίας των παιδιών, κι ότι τα δώρα δεν τα φέρνεις εσύ αλλά τα αγοράζει ο πατέρας. Αλλά αν είναι έτσι, τότε ο πατέρας θα μου έφερνε το δώρο, γιατί ξέρω πόσο πολύ μ' αγαπάει και ξέρει πόσο πολύ το θέλω αυτό το δώρο.

Άγιε μου Βασίλη, μακάρι να μπορούσα, μα είμαι μικρός, δεν έχω τη δύναμη. Όταν μεγαλώσω όμως θέλω να ξέρεις ό,τι θα σ' έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου κι ας λέει ο μεγάλος μου αδερφός πως δεν υπάρχεις. Τότε θα μπορώ να βοηθήσω για να ξαναγίνεις ο Άγιος των παιδιών και των παιδικών μου χρόνων. Ο φάρος που θα οδηγεί τα καράβια στο λιμάνι.

Η μεγάλη μου αδερφή είναι κλεισμένη όλη μέρα μέσα στο δωμάτιο και διαβάζει. Ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Φοβάται ό,τι δεν θα τα καταφέρει. Όλα τα παιδιά της τάξης της προετοιμάζονται στα φροντιστήρια, όμως εκεί χρειάζονται χρήματα και τα μάτια της μαμάς είναι συνεχώς βουρκωμένα από τότε που σταμάτησε να δουλεύει.  

Άγιε μου Βασίλη, είναι άδικο αυτό που σου συμβαίνει. Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να πάρει αυτή την απόφαση. Ίσως επειδή είμαι μικρός. Ούτε μπορώ να φανταστώ ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να εκτελέσει αυτή την απόφαση. Όμως ξέρω πως είναι άδικο πολύ. Να σου σφραγίσουν το εργαστήριο και να σου πάρουν τις μηχανές.

Να σου πάρουν όλα τα παιγνίδια που είχες ετοιμάσει, με μεράκι και πολύ κόπο, ολόκληρη τη χρονιά. Να σε κλειδώσουν σε ένα παγωμένο και σκοτεινό δωμάτιο και να μην σου επιτρέπουν να δεις το φως του ήλιου. Να μην ξέρεις αν είναι νύχτα ή αν είναι μέρα. Να μην ξέρεις πότε και αν θα ξημερώσει. 

Αλήθεια, ποιος άνθρωπος και ποια οργάνωση θα μπορούσε να το κάνει αυτό;

Άγιε μου Βασίλη, οι μεγάλοι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα για τους μικρούς, κι εγώ όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ένας από αυτούς, αυτό το δώρο δεν χρειάζεται να έρθεις και να μου το φέρεις, ούτε χρειάζονται λεφτά και εργαστήρια για να φτιαχτεί. Αυτό το δώρο σου ζητώ και ξέρω πως δεν μπορείς να μου το αρνηθείς. 

     

2 σχόλια:

  1. Ας υπάρχει κάπου ένας Άγιος Βασίλης, αλλιώς τη βάψαμε........ Καλό σου βράδυ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αχ βρε Joan, ο πατέρας ήταν και είναι ο Άγιος Βασίλης, μόνο που κι αυτός τώρα τελευταία αδυνατεί να παίξει το ρόλο του. Τα κοράκια (τα κυβερνητικά, δυστυχώς), έχουν στήσει χορό για τα καλά.

      Διαγραφή