Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Ρίξε κάρβουνο στη μηχανή.




Ο σταθμός των τραίνων απ' το πατρικό του δεν ήταν ούτε ένα τσιγάρο δρόμος. Δυο τζούρες. Στη δεύτερη εκπνοή κι ο καπνός αναμειγνύονταν σε μια μέθεξη μ' αυτόν του τραίνου. Τα ηχητικά κύματα σαν έμπαινε το τραίνο στο σταθμό έκαναν τα τζαμιλίκια να πάλλονται με ασίγαστο πάθος. Κι ο καπνός, ακροβατούσε, απ΄ τη μια στην άλλη άκρη της απέναντι στέγης. Βλέπεις, δεν είχαν αρχίσει ακόμη να φυτρώνουν τα τσιμεντοκούτια που στοίβαξαν ανθρωπόμορφες σαρδέλες. Σε πείσμα του ονείρου μιας ευρύχωρης ζωής. Χάριν συμφερόντων ιδιοκτητών και εργολάβων. 

Η οσμή του καμένου κάρβουνου μουσκεμένη απ' τους υδρατμούς παραβίαζε τις χαραμάδες των σκεβρωμένων παραθυρόφυλλων. Μέχρι που και οι τοίχοι είχαν αποκτήσει μια ιδιόμορφη ταπισερί. Για τους επισκέπτες ευδιάκριτη, και για τους ενοίκους; άλλοτε την αντιμετώπιζαν στωϊκά ατάραχοι, κι άλλοτε ως τη γνωστή ερωμένη. Τρεις φορές ίσα με το σπίτι η αυλή και μετά ο δρόμος. Χωματόδρομος εν αρχή. Στις δυο γωνιές, δυο δέντρα. Μια βερικοκιά, μια κυδωνιά. Τα βερίκοκα ωρίμαζαν νωρίς ακολουθώντας το πρωτόκολλο της φύσης και νωρίς εξαφανίζονταν απ' τα κλαδιά, κατά το δεύτερο πρωτόκολλο. Ύστερα, εν αναμονή των κυδωνιών. Να τρίψει με την παλάμη το χνούδι και να δαγκώσει την ψωμωμένη σάρκα μέχρι το μελίρρυτο ζουμί να υγράνει τον ουρανίσκο. 



Κάποτε, παιδί, θέλησε να δει πως κινούνται τα τραίνα. Η επιθυμία για το πως και το γιατί ασίγαστη και συνυφασμένη με την παιδική περιέργεια. Μπροστά έστεκε η ατμομηχανή. Φάνταζε μεγαθήριο στα παιδικά του μάτια. Παντού και πάντοτε κάποιος προπορεύεται. Άγει και φέρει. Άγεται και φέρεται. Πίσω εν σειρά, κλειστά κουτιά, πάνω σε τέσσερις ρόδες. Βαγόνια τα ονοματίζουν. Μετά την αρχική κίνηση και την απόκτηση της αδράνειας, έλκονται και ωθούν, ωθούν και έλκονται. Σ' ένα φρενήρη χορό δίχως φρένα. Παραδόξως σε αρμονία. Για όσο το διαπεραστικό σφύριγμα ακολουθεί τις ράγες. 


Συνοδός της ατμομηχανής ένα ανοιχτό βαγόνι, ακριβώς πίσω της, γεμάτο κάρβουνο μέχρι την κορφή. Πάνω στην ατμομηχανή το χειριστήριο και μ' ένα μαντήλι δεμένο στο πρόσωπο ο οδηγός. Ο ατμός κυρίευε το χώρο περιμετρικά, κάθετα και οριζόντια, καθώς ανέβαινε η θερμοκρασία στα καζάνια. Στο ανοιχτό βαγόνι ο θερμαστής γυμνός απ' τη μέση και πάνω, θεριό, με χέρια σαν αρπάγες. Κατάμαυρος απ΄ την κολλημένη καρβουνόσκονη στο ιδρωμένο σώμα τροφοδοτούσε το λέβητα με όλο και περισσότερο κάρβουνο. 


Ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Με το κεφάλι έξω απ' το πλαϊνό παράθυρο ο μηχανοδηγός πήρε το σύνθημα του σταθμάρχη. Το σφύριγμα έσχισε την επουράνια σιωπή. Ταξίδεψε με την ταχύτητα του ήχου. Τα έμβολα άρχισαν να κινούνται αργά-αργά μεταφέροντας την κίνηση στους τροχούς που έστρωναν ψιλή κουβέντα με τις ράγες σιγοτραγουδώντας τον βουβό καημό του μοναδικού τους δρόμου. Χωρίς χρονοτριβή, κι αφού διέλθει όλες τις προκαθορισμένες στάσεις της διαδρομής, να διανύσει την απόσταση αλώβητο και να φτάσει στο τέρμα του ταξιδιού. Πριν εξαντληθούν τα καύσιμα.

    
Ήταν η εποχή που έτρεχε στις αλάνες με μια φθαρμένη δερμάτινη μπάλα ψωνισμένη από ένα παλιατζίδικο με το χαρτζιλίκι κάποιων Χριστουγέννων. Άλλες εποχές. Άλλα χρόνια. Τις μετρούσε με τα παπούτσια που άλλαζε καθώς μεγάλωνε το πόδι, και τα χρόνια, με τα κουκούτσια απ' τη βερικοκιά. Ξέγνοιαστα και ζαβολιάρικα. Στον ίσκιο της καταχνιάς. Του "μη μιλάς κι οι τοίχοι έχουν αυτιά". Σιγά-σιγά καταλάβαινε γιατί ο πατέρας του μιλούσε στη μάνα ψιθυριστά, ή με το γείτονα πίσω απ' την εξώπορτα κρυφά, ή γιατί κάποιους άλλους απέφευγε να τους χαιρετήσει. 

Ήρθαν τα πρώτα μηνύματα απανωτά και ακατέργαστα χωρίς να προλαβαίνει να τα αποκωδικοποιεί. Να τα αφομοιώνει. Ώσπου βρέθηκε αλλού. Κι αντρώθηκε μέσα στην πολύχρωμη βουή. Στις κυκλικές παρέες. Στις υπόγειες ταβέρνες και στους έρωτες. Στη σχέση με το ταξίδι. Το ταξίδι που έμοιαζε αναγκαιότητα. Που έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτο. Σε έναν κόσμο γεμάτο από ταξίδια. Σε έναν κόσμο μήτρα της αναγκαιότητας. Που κυοφορεί ταξίδια. Ξαναγεννιέται. Μα αυτές οι ράγες είναι που τον τρομάζουν. Είναι ίδιες, από καταβολής τους. Και το ταξίδι δεν είναι απρόβλεπτο. Στερήθηκε της φαντασίας και της ουτοπίας.   


       
    

3 σχόλια:

  1. Είσαι υπέροχος!! Με μάγεψε η γραφή σου! Ελπίζω να αναρτάς συχνότερα τέτοια διαμάντια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι ταλέντο !! Εξαιρετική γραφή!
    Εύγε παντελόνι καμπανα!!!
    Έμεινα με ανοιχτό το στόμα!

    Να φανταστώ ότι συνεχίζεται;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. άκουσα, μύρισα, γεύτηκα, ταξίδεψα...
    των καπνομπαρουτιασμένων λέξεων ο ήχος καμπάνισε σε ώτα διψασμένα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή