Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Θ' αποχαιρετήσω πλήρης ημερών, καργιόλη.


       Μέρα γιορτής. Περίεργη. Απ' αυτές που δεν χωράνε στο εορτολόγιο. Απ' τις άγραφες. Χωρίς κεράσματα, χωρίς σφιχτοχεριάσματα, φιλιά σταυρωτά και ευχολόγια. Μόνο κάτι βλέμματα, απολιθωμένα, πίσω απ' τις κουρτίνες του σφραγισμένου παράθυρου. 
       "Α! Εδώ είσαι; Καιρό είχα να σε δω. Πως είσαι;" Βαριά η φωνή, βαρύς κι ο αναστεναγμός. "Σαν όλους μας, θαρρώ". Μια ανάσα, ίσα με χίλιες λέξεις. "Μην είσαι σίγουρος πολύ... για τους άλλους". 
       Η ζωή, στο δρόμο, ντύθηκε μια όψη αλλόκοτη. Το πήγαινε-έλα απέκτησε νόημα. Καιρός ήταν. Η καλημέρα, βγαίνει ευκολότερα απ' τα χείλια, καλοδεχούμενη, κι ας μην ακούγεται ευχάριστη. Είναι που, όλο και περισσότερο, μας γυροφέρνει, πως δεν γινήκαμε τώρα, μα πάντα είμασταν, ίδιοι, ίσοι, της ίδιας γειτονιάς, γειτόνοι.
       Είναι που οι μέρες μας απόκαμαν και γίνηκαν ο ίσκιος της νύχτας, να μας ακολουθούν, σε κάθε βήμα, άδειες, σαν δωροχαρτόκουτα που φτάνουν στον προορισμό τους με διαφορά μιας ολόκληρης ζωής. 

       Ο κούκος, πάνω που το βλέφαρο γλιστρούσε προς τα κάτω, σήμανε το μερογύρισμα. Ας το γιορτάσουμε όπως τ' αξίζουμε. Την πηδήξαμε τη χτεσινή. Έρχεται, άλλη, ζόρικη, μη και μας βρει απροετοίμαστους, χαλαρούς και χάσουμε το μέτρημα. 
       Σαν καινούργια γκόμενα, μυρωδάτη, καλοχτενισμένη, με κόκκινο στα φλογερά της χείλη, έτοιμη να σε αποπλανήσει. Σε περιεργάζεται με λάγνο βλέμμα και αδημονεί πότε θα τη ρίξεις στο κρεβάτι. Ή θα σε ρίξει αυτή. Και πριν ακόμη τελειώσεις, καλά καλά, αυτή έχει σηκωθεί, κι έχει φόρεσε το απόκοσμο της. Ούτε ένα τσιγάρο χρόνος. Το τελευταίο, διάολε. Δικαίωμα. Πάνω στο κομοδίνο τυλιγμένο μέσα στη χαρτοπετσέτα, αφήνει ένα δίκοπο, κι εξαφανίζεται όπως ήρθε (ή όπως ήρθες). 
       Πως αντέξαμε ίσα με δω, δεν θα σου το πω, καργιόλη, δεν θα το μάθεις από μένα νε. Με πλησιάζεις, μα έρχομαι και 'γω, κατά πάνω σου. Αλλά, καργιόλη, θα φας τα μούτρα σου. Έτσι, όπως θα είμαστε κοντά κοντά, ούτε που φαντάζεσαι τι μπορεί να συμβεί. Δεν με ξέρεις καλά εμένα νε. Μήτε σ' ένοιαξε ποτέ για να με μάθεις. Το ξέρω. Καρτέρι στο καρτέρι ρουφιάνευες για να μου τη φέρεις. 
       Αλλά, καργιόλη, έτσι όπως θα 'μαστε κοντά κοντα, μπορεί και να με φας λάχανο, μπορεί και να σου βγάλω το μάτι, μπορεί και να σου βγάλω και τα δυο, γιατί βλέπεις μόνο τους αδύναμους, εκεί περνάει η μπογιά σου, μπορεί και να σε δαγκώσω, να σου κόψω την καρωτίδα, μην κάνεις το λάθος να γυρίσεις το κεφάλι, έστω για μια στιγμή, αρκετή μου είναι, μια αιωνιότητα, θα τη ζήσω, θα την απολαύσω, σαν ένα τσιγάρο σέρτικο, στριφτό, απ' τα δάχτυλα μιας ξεδοντιασμένης γριάς πόρνης, στη μέση του πουθενά, που χάσκει με ανοιχτά τα πόδια της και το υγρό της σώμα σε καλεί να βουλιάξεις μέσα στη λασπωμένη ψυχή της, να γίνεις ένα της. 
       Αλλά, καργιόλη, τούτο βάλε το καλά στο μαύρο σου μυαλό. Αν την πηδήξουμε κι αυτό το χειμώνα, θα 'ρθει η άνοιξη, και την άνοιξη όλα είναι χαρούμενα, κι είναι χαρά ν' αποχαιρετάς ανοιξιάτικα, να 'χεις σπείρει κι ο καρπός σου να βλασταίνει, να καρπίζει. Καρπό, που δεν θα τον γευτείς. Ποτέ σου. Γιατί ποτέ σου δεν θα σπείρεις. Η δική σου η σπορά είναι καμώματα του αγέρα, κι ο αγέρας όλο και γύρες φέρνει. Μια από δω, μια από κει. Όταν γυρίσει, θα 'χεις χαθεί. Πίσω απ' τις καλαμιές. Μέσα στο βάλτο.         

1 σχόλιο: